Πάρκινσον και Καρδιακή Ανεπάρκεια – Μια δύσκολη εξίσωση

Πάρκινσον και καρδιακή ανεπάρκεια

Το Πάρκινσον και η καρδιακή ανεπάρκεια μπορούν να συνυπάρξουν με τρόπο που κάνει ιδιαίτερα δύσκολη τη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και της θεραπείας της νόσου. Στο αορτικό τόξο και τους καρωτιδικούς κόλπους, υπάρχουν τασεοϋποδοχείς οι οποίοι αντιλαμβάνονται μεταβολές στην αρτηριακή πίεση και ενημερώνουν τον εγκέφαλο, ο οποίος με τη σειρά του μεταβάλλει την καρδιακή λειτουργία και τη διάμετρο των αγγείων έτσι ώστε να διατηρείται η σωστή αρτηριακή πίεση.

Στη νόσο του Πάρκινσον, οι περιοχές του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνες για την καρδιακή βηματοδότηση μπορεί να έχουν υποστεί νευροεκφύλιση, οπότε δεν μπορούν να εκπληρώσουν το έργο τους. Τότε εμφανίζεται η νευρογενής ορθοστατική υπόταση, που είναι απότομες πτώσεις της αρτηριακής πιέσεως κατά την αλλαγή στάσης, πχ από την κατακεκλιμένη στην όρθια θέση. Η νευρογενής ορθοστατική υπόταση είναι ένα μη κινητικό σύμπτωμα της νόσου του Πάρκινσον που μπορεί να εμφανιστεί ήδη από τα πρώτα στάδια της νόσου. Τα κύρια συμπτώματά της είναι η ζάλη και η τάση για κατάρρευση ή λιποθυμία. Πιθανώς συνυπάρχουν ναυτία, αδυναμία, κόπωση, κεφαλαλγία, θολή όραση, μειωμένη πνευματική ικανότητα, δύσπνοια, πόνος στο στήθος κα.

Τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα, αν σε αυτό το πρόβλημα προστεθεί η καρδιακή ανεπάρκεια, η αδυναμία δηλαδή της καρδιάς να τροφοδοτήσει τα όργανα με αρκετό αίμα. Γιατί όταν συμβαίνει αυτό, επιχειρείται πάλι μέσω των τασεοϋποδοχέων να ρυθμιστεί το πρόβλημα, με εκ νέου αποτυχία.

Ατυχώς, τα αντιπαρκινσονικά φάρμακα μειώνουν – έστω λίγο – και αυτά την πίεση, συμβάλλοντας έτσι στην επιδείνωση της κατάστασης. Η δε αύξηση της πίεσης με πρόσληψη υγρών και αλατιού, δεν επιτρέπεται στην καρδιακή ανεπάρκεια. Άρα η ισορροπία είναι δύσκολη. Το πολυτιμότερο αντιπαρκινσονικό φάρμακο, η λεβοντόπα, μπορεί ενδεχομένως να προκαλέσει κολπικές αρρυθμίες. Η δε αναφερόμενη στη βιβλιογραφία βελτίωση σε μερικούς ασθενείς της καρδιακής ανεπάρκειας μέσω ενεργοποίησης ντοπαμινεργικών και αδρενεργικών υποδοχέων, εμφανίζεται σε δόσεις που ξεφεύγουν σημαντικά των χρησιμοποιούμενων για τη νόσο του Πάρκινσον (2-4 g/24h).

Η συχνή παρακολούθηση τέτοιων ασθενών από το νευρολόγο και τον καρδιολόγο και η συνεργασία τους είναι μονόδρομος.

Βιβλιογραφία

  1. Fanciulli A, Leys F, Höglinger G, Jost WH. How to treat cardiovascular autonomic failure in Parkinson’s disease. Journal of Neural Transmission. 2026;133:215–228.
  2. Fanciulli A, Sixel-Döring F, Buhmann C, et al. Diagnosis and treatment of autonomic failure, pain and sleep disturbances in Parkinson’s disease: guideline “Parkinson’s disease” of the German Society of Neurology. Journal of Neurology. 2025;272:90.